Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Ο ΦΑΡΟΣ ΣΤΗ ΛΙΒΑΔΑ

Καμιά φορά νιώθω άσχημα που ό,τι γράφω εδώ μέσα είναι γκρίνια.

Ανησυχία, δηλαδή, αλλά μέσα σε όλα τα χαρούμενα που διαβάζω τριγύρω για το νησί, για άλλους τομείς, ακούγονται σαν γκρίνια.

Ευτυχώς γκρινιάζουν κι' άλλοι. 

Να, βρήκα πρόσφατα τον Μάρκο τον Αλβέρτη, άγνωστος εντελώς για μένα και θα παρέμενε άγνωστος αν δεν γκρίνιαζε για κάτι, νάναι καλά.

Ο Μάρκος λοιπόν (και μαζί του και κάποιος Αργύρης Μωραΐτης, ούτε αυτόν τον γνωρίζω τον άνθρωπο) γκρινιάζει για τον Φάρο στη Λιβάδα, που όπου νάναι, θα τον βλέπουμε μόνον στις φωτογραφίες. 

Γιατί; 

Μα γιατί ο Φάρος στη Λιβάδα δεν είναι παραλία να πάς να ανοίξεις μπιτσόμπαρο να χώσεις και μια σαραντάδα ομπρέλες και να κονομάς. Δεν είναι καν μεζεδοπωλείο ή παραδοσιακή ταβέρνα να στείλεις κόσμο να γνωρίσει την κουζίνα του νησιού.

Φάρος είναι πανάθεμά τον και μάλιστα παλιός, κι ας είναι και δέκα μέτρα ψηλός, σαν δεύτερος όροφος αστικής πολυκατοικίας περίπου για να πάρετε τα ίσα. 

Βρίσκεται απέναντι από τη Μύκονο (είπα Μύκονος και σας τράβηξα την προσοχή), στο ακρωτήριο Παπάργυρος και είναι ο μόνος φάρος στην Τήνο που είναι προσβάσιμος από την ξηρά. 


Χτίστηκε το 1910, εφτά χρόνια μετά το αδερφάκι του στο Δύσβατο (στενό Άνδρου-Τήνου), που το αδερφάκι του όμως είναι πιό τυχερό γιατί ανακαινίστηκε πρόσφατα. Ο Φάρος είναι διώροφος και μέχρι το 1972 είχε φαροφύλακα. Ποιός νάταν, ποιό το όνομά του, αγνοώ. Σήμερα λειτουργεί με φωτοσυλλέκτες. Ναι, λειτουργεί, άμα δεν ήταν λειτουργικός θα τρέχαμε να τον επισκευάσουμε. 

Τώρα όμως είναι απλώς ετοιμόρροπος. 


Να θυμηθούμε όταν με το καλό πέσει να πάμε να κλάψουμε πάνω από την τοπική ιστορία που χάνεται. 
Δεν ειρωνεύομαι καθόλου, απλώς προτείνω να κάνουμε το ίδιο που κάναμε και με τους περιστεριώνες, τους πύργους, τα σπίτια, και τα ολόκληρα χωριά. 


Α! ξέχασα! μπορούμε όταν με το καλό πέσει ο Φάρος να πάμε να κάνουμε μια συναυλία ή μια εικαστική παρέμβαση
Αυτό να κάνουμε! Και αυτό τόχουμε κάνει. 
Θέλω να πω, έχουμε την εμπειρία του πώς αφήνουμε κάτι να παρακμάσει, να καταστραφεί και μετά να του αποδώσουμε φόρο τιμής.   


 Από δώ και κάτω ξέρω πως έχω ήδη χάσει τους μισούς αναγνώστες της ανάρτησης.

Αντί να γράψω για υπέροχες παραλίες, συγκλονιστικούς μεζέδες, μοναδικά ηλιοβασιλέματα και παραδοσιακά στενοσόκακα που ενδιαφέρουν τους τουρίστες, πάω και γράφω για Φάρους στην άκρη του κόσμου. 

Συνεχίζω όμως, απαριθμώντας μερικές από τις ζημιές που αν θέλουμε να μην έχουμε πού να κάνουμε εικαστική παρέμβαση ή συναυλία μνήμης, θα κάνουμε την βλακεία να μαζέψουμε λεφτά και να πάμε να τις επισκευάσουμε (οι φωτογραφίες είναι σε τυχαία σειρά):

1. έχουν πέσει τα επιχρίσματα των οροφών και των πλευρικών τοίχων του φάρου, οι σοβάδες δηλαδή.



2. έχουν καταρρεύσει τμήματα της λιθοδομής στις όψεις του φάρου και πάνω από το πρέκι της εισόδου.


3. υπάρχει ρωγμή πλάτους ενός εκατοστού, που διατρέχει αρκετά μέτρα στην επιφάνεια του κτιρίου.




4. όλα τα ξύλινα πρέκια των κουφωμάτων έχουν σαπίσει και έχουν πάθει ζημιές τα υπέρθυρα.



5. το δώμα του φαρόσπιτου έχει ρήγματα και σε μερικά σημεία έχει καθήσει.



6. η οροφή του παράσπιτου έχει καταρρεύσει.


7. η περίφραξη έχει και αυτή καταρρεύσει.



8. ο φάρος δεν έχει τζάμια γιατί έχουν σπάσει.



9. το κιγκλίδωμα του κλωβού του φάρου έχει καταστραφεί από την σκουριά.




Σπεύδω να καταδικάσω τους παλαιούς του νησιού που δεν έκαναν καθόλου καλή δουλειά με αποτέλεσμα να πρέπει εμείς σήμερα να τρέχουμε να διορθώνουμε τις τσαπατσουλιές τους για να μην πέσει ο Φάρος στην Λιβάδα. 


Που για να λέμε την αλήθεια τί μας κόφτει εμάς αν πέσει, οι περισσότεροι δεν έχουμε πάει ποτέ μέχρις εκεί και θα μας δοθεί μια καλή ευκαιρία άν πέσει και κάνουμε καμιά εκδήλωση με κανέναν καλλιτέγνη.


Αφήνω τον Μάρκο Αλβέρτη και τον Αργύρη Μωραΐτη στην προσπάθειά τους να μας καταστρέψουν την προοπτική μιας τέτοιας διασκέδασης με την σελίδα τους στο facebook:



και με την προσπάθεια που κάνουν να μαζέψουν κανένα φραγκάκι με συναυλίες και άλλες εκδηλώσεις.


Τέλος πλάκας. 
Αν δεν νιώσατε ντροπή με τις φωτογραφίες που είδατε, τότε ετοιμάστε τα καλά σας για συναυλία και εικαστική παρέμβαση.







Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΣ ΜΗΔΕΝ...

Καθισμένος εδώ, μέσα στο κέντρο της παραγωγικότητας, σκέφτομαι. 
Σκέφτομαι τις πεταμένες μέρες μου. 
Εκείνες δηλαδή που καταναλώνω στο νησί. 
Που κάθομαι και δεν δουλεύω δηλαδή. 
Που παίρνω μια δυο μέρες άδεια και πετάγομαι τάχα για να δω αν  το σπίτι είναι καλά. 
Και μειώνω το εργατικό δυναμικό της χώρας κατά ένα άτομο τις μέρες εκείνες. 
Αντί να παράγω παίρνω τα βουνά. 

Αδιαφορώ ξαφνικά για το ποιος κρατάει το τιμόνι αυτής της χώρας, και κάθομαι και αναρωτιέμαι ποιος άραγε να κράταγε το τιμόνι αυτό εδώ 

...όταν φόρτωνε ξεφόρτωνε μετέφερε ξεμπάζωνε άλλαζε το νησί. 
Άχρηστες σκέψεις. Δεν ωφελούν σε τίποτε. 
Το νησί δεν με έχει ανάγκη, αυτό είναι το χειρότερο. 
Ή μάλλον, το χειρότερο είναι πως το έχω πλέον καταλάβει ότι το νησί μπορεί να κάνει και χωρίς εμένα.

Τι να κάνει το νησί άλλον έναν υπάλληλο γραφείου; 
Εδώ χρειάζονται χέρια και κότσια, μαζί πάνε αυτά ανέκαθεν, για να μπορείς να μπαίνεις εσύ και να βλέπεις αυτά...

...αραδιασμένα κάτω από το τζάμι της βιτρίνας. Να τα πηγαίνεις δώρο Δευτέρα πρωί σε συναδέλφους και Τρίτη πρωί να καμαρώνεις για τους επαίνους για το Τηνιακό τυράκι. 

Ρε δε με παρατάτε όλοι σας..!
Ας ήμουν στο νησί και ας μην το τρώγατε ποτέ ή, καλύτερα για εσάς, ας ερχόσασταν εκεί να το φάτε.

Γιατί έχει άλλη γεύση όταν προηγουμένως έχεις κάνει όλη την διαδρομή μέχρι να φτάσεις στο τυράκι, όταν έχεις δει τον κάβο στο Γαύριο αδέσποτο...

...και το λιμάνι να σε κοιτάει να φεύγεις, 

...όταν έχεις χαθεί σε αυτό το μπλε που αναδεύεται βίαια...
...ε, τότε λες, θέλω δυό ωρίτσες ακόμη, σαράντα λεπτά από την ώρα που θα δεις τα Ιστέρνια, για να πατήσεις εδώ, να περάσεις μια γρήγορη μέσα από την Χώρα

...και να κάνεις για τα Κάτω Μέρη, για το μεγάλο χωριό.

Καθόλου παραγωγικός δεν γίνομαι εκείνες τις μέρες, ομολογώ, καθόλου παραγωγικός. 
Χαζεύω δέντρα, κι όχι εκείνα τα περήφανα, τα ολόρθα που σημαδεύουν τον ουρανό. 
Κάτι άλλα, μη παραγωγικά, σκυμμένα ως το χώμα, πεισματικά ζωντανά.

Άδειους δρόμους, χωριά χωρίς τουρίστες, τραπεζάκια άδεια, καρέκλες αθόρυβες.

Κι’ αν είμαι τυχερός, ε, τότε ρίχνω την παραγωγικότητά μου κάτω από το μηδέν. Πετάγομαι μέχρι αυτήν εδώ την λίμνη...

...και χάνομαι. Εντελώς ασυνείδητος, προκλητικά απαθής στις ανάγκες της αγοράς που ζητάει καλύτερη αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, αράζω στο καφενεδάκι και σπαταλάω πολύτιμο χρόνο για το τίποτα. 

Φοβάμαι πως ένα κομμάτι του εαυτού μου χαίρεται εκείνες τις ώρες. Τρέμω, για να είμαι ειλικρινής, τρέμω στην ιδέα πως μπορεί να συνηθίσω να μην παράγω.
Προσπαθώ να καταλάβω ποιο στραβό κομμάτι μέσα μου εκστασιάζεται με εικόνες σαν αυτήν...

 ....και σαν αυτήν...

ή ακόμη και σαν αυτήν...

...και λέω πως δεν υπάρχει μέλλον για μένα, καμιά ελπίδα.

Μετά περνάει το Σαββατοκύριακο. 

Δευτέρα πρωί θα τρέχω να επανενταχτώ στον παραγωγικό ιστό της χώρας, σαν γατί που προσπαθεί να διασχίσει την εθνική οδό. 
Θα πέσω με τα μούτρα μέσα στον διαθέσιμο χρόνο και θα πασχίσω να σφηνώσω μέσα του και όλον τον χαμένο. 
Και κείνος θα περνάει στο μεταξύ.

Και θα τον αντιλαμβάνομαι μόνον όταν κάποια απογεύματα βλέπω αυτές τις δύο μπέμπες... 

...να πίνουν καφέ παρέα...

...και να λένε αυτά που λένε οι μπέμπες ανεξαρτήτως ηλικίας, και που δεν τα ξέρω και ούτε και θα τα καταλάβω και ποτέ,
ίσως κιόλας να με σχολιάζουν, να λένε πόσο βιαστικά πίνω τον καφέ μου ενώ δεν θάπρεπε, 
παρατάτε με, 
προσπαθώ να γυρίσω στην κανονικότητα της εργασίας και με κρατάτε απασχολημένο!